| Ευρετήριο Άρθρων |
|---|
| Η Προδοσία και η Εκτέλεση Ενός Αγνού Πατριώτη |
| Page # |
| Page # |
| Page # |
| Page # |
| Όλες οι σελίδες |
Σελίδα 1 από 5
Η παρακάτω ιστορία είναι κάπως μακροσκελής αλλά σίγουρα ενδιαφέρουσα και αναφέρεται στο θέμα της κατασκοπείας στην Βόρειο Ήπειρο την δεκαετία του 1950Γρηγόριος Α. Σταύρου: Η Προδοσία και η Εκτέλεση Ενός Αγνού Πατριώτη
H ιστορία του Ψυχρού Πολέμου έχει γραφτεί με μεγάλες πινελιές που παραγνωρίζουν τον ηρωισμό μεμονομένων ατόμων, εκτός ολίγων που έφερε στην επιφάνεια το Xόλιγουντ και πρόσθεσε το όνομά τους στην αιωνιότητα.
Οι ιδιαιτερότητες εκείνης της εποχής άφησαν μικρό χώρο στα βιβλία ιστορίας για την μοναχική ηρωική φιγούρα που ενεργεί με γνώμονα τον ιδεαλισμό και αψηφάει την μοίρα. Τέτοιοι ήρωες συνήθως ζούν στις αναμνήσεις αγαπημένων προσώπων, και σε μερικές περιπτώσεις εμπνέουν την λαϊκή μούσα. Πουθενά αλλού ο Ψυχρός Πόλεμος δέν είχε την ένταση που είχε στα Βαλκάνια. Ηταν εκεί που ο Στάλιν και ο Τίτο προκάλεσαν εμφύλιο πόλεμο για να επεκτείνουν την αυτοκρατορία τους και ήταν στην Αλβανία όπου η CIA προσπάθησε να ανατρέψει ένα καθεστώς και να ξεκινήσει αυτό που αργότερα θα γινόταν γνωστό ως "αναχαίτηση του κομμουνισμού".
Αυτή είναι η ιστορία ενός ξέχωρου άντρα που πάλεψε στον Ψυχρό Πόλεμο, έδωσε την δική του προσωπική μάχη, πιάστηκε σε έναν ιστό προδοσίας και πλήρωσε το μεγαλύτερο τίμημα. Με δισταγμό γράφτηκε αυτή η ιστορία, αλλά έπρεπε να γραφεί. Είναι η ιστορία του αδελφού μου, Γρηγόριου Α. Σταύρου, μιά ιστορία που περιστάσεις επέβαλαν να μείνει κρυμμένη για πενήντα χρόνια, μέχρι που η πατρίδα του, η Ελλάδα, αποφάσισε να άρει την ανωνυμία που είχε επιβληθεί λόγω της δουλειάς του: κατασκοπία εναντίον του καθεστώτος του Εμβέρ Χότζα στην Αλβανία.
Σηκώνοντας το Πέπλο της Μυστικότητας
Στις 19 Σεπτεμβρίου 1991 έγινε μία σεμνή τελετή στο γραφείο του Ελληνα Υπουργού Εξωτερικών, Ιωάννη Βαρβιτσιώτη. Σκοπός της ήταν να τιμηθεί ένας στρατιώτης που έπεσε στο καθήκον και ο αναπληρωτής αρχηγός των Ελληνικών μυστικών υπηρεσιών, στρατηγός Βύρωνας Μπόζιος, περιέγραψε με επισημότητα τον ηρωισμό του."Οι υπηρεσίες του στο Εθνος και η μοναδική θυσία του", είπε ο στρατηγός, "τον κατατάσσουν ανάμεσα στις πιο ηρωικές φυσιογνωμίες της νεότερης Ελληνικής ιστορίας". Ο στρατιώτης για τον οποίον γίνονταν αυτή η τελετή ήταν ο αδελφός μου Γρηγόριος, μέλος της Ελληνικής μυστικής υπηρεσίας, που προδόθηκε, συνελήφθη, βασανίστηκε, δικάστηκε και εκτελέστηκε από την Αλβανική υπηρεσία Sigurimi στις 18 Αυγούστου 1953. Ηταν τότε 23 ετών. Εφτασα στην Αθήνα από την Ουάσιγκτον για να παραλάβω το Μετάλλιο Εξαιρέτων Πράξεων εκ μέρους της οικογένειας Σταύρου, συμπεριλαμβανομένων και των προ πολλού νεκρών γονέων μας.
Ο Υπουργός Αμυνας προήδρευσε της τελετής και έκανε μερικά σύντομα σχόλια. Τον ακολούθησαν o Μιλτιάδης Εβερτ, μέλος της κυβέρνησης τότε, καθώς και ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ, στρατηγός Ιωάννης Βερυβάκης. Οταν ήρθε η σειρά μου να πώ δυό λόγια, δέν μπόρεσα να συγκρατηθώ κα ξέσπασα σε λυγμούς, απελευθερώνοντας έτσι καταπιεσμένα συναισθήματα 38 χρόνων, τα οποία δημιούργησε η εχεμύθεια που επέβαλε το επίσημο κράτος και που έφτανε τα όρια της αναισθησίας.
Η τιμή αυτή έφτασε πολύ αργά για τους γονείς μου. Πέθαναν χωρίς να γνωρίζουν τι είχε συμβεί στον γιό τους γιατί δέν τους το είχα πει. Μετά από προτροπή υψηλόβαθμων στελεχών των μυστικών υπηρεσιών, συμφώνησα να κρατήσω τον θάνατό του μυστικό, δήθεν για να μην προκαλέσω τον θρήνο των γονιών μου, αλλά στην πραγματικότητα για να προστατευθούν “πηγές και μέθοδοι”. "Oι γονείς σου θα πρέπει να ζήσουν με την ελπίδα ότι ο γιός τους είναι ζωντανός", είπε ο ταγματάρχης Πέτρος Δοντάς, διοικητής της μονάδας μυστικών υπηρεσιών του αδελφού μου. "Είσαι άντρας πιά. Γιατί να τους το πεις και να επιταχύνεις τον θάνατό τους;" Ο "άντρας", φορτωμένος με ένα μεγάλο μυστικό ήταν τότε 17 ετών.
Η τελευταία φορά που είδα τον αδελφό μου ζωντανό ήταν σε μία εορταστική εκδήλωση στις 25 Ιανουαρίου 1953,ημέρα της ονομαστικής του εορτής. Περισσότερα από 50 χρόνια ζούσα κάτω απο το βάρος ενός τρομερού μυστικού και με βασάνιζαν οι τύψεις που δέν μπορούσα να το αποκαλύψω στους γονείς μου. Αλλά έψαχνα να βρώ την αλήθεια για το θάνατο του γιού τους,και πάντοτε πάλευα να ξεχωρίσω τις λογικές επιφυλάξεις για θέματα εθνικής ασφάλειας από τη γραφειοκρατική απανθρωπιά και τα ασύστολα ψέματα. Ημουν αποφασισμένος να εκπληρώσω μία υπόσχεση που έδωσα στους γονείς μου στις 10 Αυγούστου του 1956 - την ημέρα που ξεκίνησα την δική μου Οδύσσεια στις Ηνωμένες Πολιτείες ως πολιτικός πρόσφυγας- να βρω την αλήθεια σχετικά με τη μοίρα του Γρηγόριου. Ήξερα ότι δεν θα τον έβλεπα ξανά, αλλά αρνήθηκα να αποδεχτώ την ιδέα τού να μή γνωρίζουμε τί του συνέβη και γιατί. Η εικόνα του Γρηγόριου να χορεύει με ασυνήθιστο πάθος κατά την τελευταία ονομαστική του εορτή θα έμενε πάντα ζωντανή στο μυαλό μου.
Οπως συνηθίζονταν στις μικρές Ελληνικές πόλεις, πλανόδιοι μουσικοί περνούσαν από τις γειτονιές κατά τις ονομαστικές εορτές για να παίξουν ένα-δυό τραγούδια σε εορτάζοντες και να δεχτούν ένα ούζο ή μερικές δραχμές για αμοιβή. Κανένας άλλος δεν ονομάζονταν Γρηγόρης στον προσφυγικό καταυλισμό των Αμπελοκήπων Ιωαννίνων. Ενας γείτονας οδήγησε τους τροβαδούρους στο παράπηγμά μας του ενός δωματίου και ρώτησε τον πατέρα μου αν θά 'θελε να παίξουν ένα τραγούδι για την ονομαστική εορτή του γιού του. "Γιατί όχι;", είπε ο πατέρας μου. "Ενας Θεός ξέρει τι μπορεί να συμβεί μέχρι του χρόνου". Άλλωστε είχε κι άλλους λόγους για ένα γλεντάκι: Hταν η πρώτη επέτειος της απόδρασής μας από την τρομοκρατία του Χότζα, μέσ' στον χειμώνα, περνώντας πάνω από ένα ναρκοπέδιο που η Θεία Πρόνοια είχε φροντίσει να καλύψει με πάγο.







